Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Εγκαίνια στη σχολή Σαολίν Κουνγκ Φου "Η Πηγή του Νεαρού Δάσους" του Ανδρέα Τσελεπή, στο Ηράκλειο Αττικής



    Το Σάββατο 1 Ιουνίου 2013 και ώρα 20:00 μμ, θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της σχολής Shaolin Kung Fu «Η Πηγή του Νεαρού Δάσους" των δασκάλων: Ανδρέα Τσελεπή (είναι γιός του Μπάμπη Τσελεπή) και του Δημήτρη Κιτσώνη, στη διεύθυνση Πλαπούτα και Καλλικράτους 4, Ηράκλειο 141 22, Αθήνα. 
 (Δίπλα στο τέρμα της γραμμής του λεωφορείου "641" και 10' από τον Προαστιακό Σιδηρόδρομο σταθμός "Ηράκλειο")
Τηλέφωνα: 6940 551155 (Δημήτρης Κιτσώνης), 6974 121268 (Ανδρέας Τσελεπής), 215-5405775 (σταθερό σχολής).................



Ο Δάσκαλος Ανδρέας Τσελεπής
       Ο Ανδρέας Τσελεπής γεννήθηκε το 1984 και μεγάλωσε στην Αθήνα, με ρίζεςΞηρομερίτικες και είναι γιός του Μπάμπη Τσελεπή από τον Πρόδρομο
     Το ενδιαφέρον του για τις πολεμικές τέχνες τον έφερε από μικρή ηλικία σε επαφή με διάφορα είδη πολεμικών τεχνών και μαχητικών αθλημάτων όπως Καράτε, Κουνγκ Φου, Brazilian  Jiu  Jitsu, Kick- Boxing κ.α.
     Ασχολείται με τις πολεμικές τέχνες και το σύστημα του Φου Τζο Πάι (Fu Jow Pai - KungFu) από το 1998. Είναι κάτοχος πιστοποιητικού 2ου Degree και από το 2007 μέχρι το 2012 ασχολούνταν επαγγελματικά ως εκπαιδευτής του συστήματος.
    Όλο αυτό το διάστημα δεν σταμάτησε να αναζητά να διδαχθεί το αυθεντικόΣαολίν Κουνγκ Φου, καθώς από τα παιδικά του χρόνια αυτό ήταν που κέρδισε τον θαυμασμό, την αγάπη και το σεβασμό του. Μετά από πολυετή αναζήτηση, η αγάπη του για το Σαολίν  Κουνγκ Φου και η επιμονή του, τον οδήγησαν στην "Πηγή του Νεαρού Δάσους” όπου και ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στο παραδοσιακό Σαολίν Κουνγκ Φου. Στη συνέχεια είχε την τιμή να τον δεχθεί ως προσωπικό μαθητή του ο δάσκαλος Σι Μιαο τζιέ,  36ης γενεάς μάχιμων μοναχών Σαολίν, με τον οποίο μαθητεύει έως σήμερα.
     Το 2011 επισκέφθηκε τον ναό και παρουσιάστηκε, μπροστά στον αρχιερέα του ναού Σαολίν, ΣΙ Χανγκ Τζουίν για να ξεκινήσει έτσι νέο κύκλο σπουδών στο Σάο Λιν Κουνγκ Φου ως εκπαιδευτής.
      Το 2012 έλαβε επίσημα το τίτλο Τσο Λιάν (Jian Lian) "εκπαιδευτή", 37ης γενεάς "κοσμικός απόστολος" Σάο Λιν, με το όνομα Σι Τι Γιούνγκ (Shì Tǐ Yǒng) από τον δάσκαλο Σι Χανγκ Τζουίν, μαζί με όλα τα νόμιμα έγγραφα που πιστοποιούν την αρμοδιότητά του ως δάσκαλος Σάο Λιν Κουνγκ Φου. Τα έγγραφα αυτά είναι μεταφρασμένα - βεβαιωμένα από το υπουργείο εξωτερικών και η γνησιότητά τους είναι νομικά επικυρωμένη.
       Το ίδιο έτος εκπαιδεύτηκε μέσα στο ναό Σαολίν με τον αρχιεπαιδευτή του ναού Σι Γιάν Σουάν και πήρε επίσημα την άδεια από τον δάσκαλό Σι Μιάο Τζιέ, ως δάσκαλος πλέον, να αντιπροσωπεύσει την "Πηγή του Νεαρού Δάσους" στο Ηράκλειο της Αθήνας μαζί με τον Κιτσώνη Δημήτρη.
     Ο Τσελεπής Ανδρέας συνδυάζει την πολύχρονη πείρα του ως δάσκαλος (σε άλλη πολεμική τέχνη) με την ταπεινή του αγάπη για το αυθεντικό Σαολίν Κουνγκ Φου. Το αποτέλεσμα είναι μια ευγενική ψυχή που είναι έτοιμη να ανοίξει τον δρόμο και να διαδώσει τις αληθινές αξίες του Σαολίν Κουνγκ Φου και σε άλλους.
      Πέραν της βασικής κατάρτισης Σαολίν Τζίν Μπεν Κουνγκ (Jin Ben Gong), έχει εκτεταμένη γνώση στις παραδοσιακές Σαολίν Κουνγκ Φου φόρμες, Τάο Λου ( Tao Lou) –ένοπλα και άοπλα-Τσιν, ‘Κλειδώματα-αρπαγές», μαλακό και σκληρό Τσι Κουνγκ.   Επίσης έχει διδαχτεί και έχει μελετήσει Τσεν Τάι Τσι Τσουάν   στο χωριό Τσεν Τζιά Γκόου με τον δάσκαλο Ουάνγκ Τζαν Γκουό ,ανηψιό ενός από τους τέσσερις μεγαλύτερους δασκάλους γενεαλογίας Τσεν Τάι Τσι σήμερα, του Ουάνγκ Σιάν (Wang Xi'an).
      Ο Τσελεπής Ανδρέας έχει επίσης σπουδάσει οικονομικές επιστήμες στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών.
      Από τον Σεπτέμβριο του 2012 διατηρεί με το Κιτσώνη Δημήτρη  Σχολή Παραδοσιακού Σαολίν Κουνγκ Φου "Πηγή του Νεαρού Δάσους" στην οδό Πλαπούτα & Καλλικράτους 4, Ηράκλειο 14122, Αθήνα.
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με τον ίδιο στο 6974121268.





Είναι το συνεχίζουμε, το πάμε, το προχωράμε μαζί!!
 Ανδρέας Τσελεπής, 2012

Μετράω ήδη 7 χρόνια στο Kung Fu. Στο σύστημα Fu Jow Pai συγκεκριμένα.
Συνειδητά: όχι για να δέρνω, μα για να μάθω ότι τα όριά μου δεν υπάρχουν, μήτε στο μυαλό, μήτε στο σώμα. 
Αποφάσισα να ασχοληθώ με το Kung Fu για να μάθω, για να βιώσω, να μετέχω της δύναμης μιας τέχνης που μετρά χιλιετίες. 
Μιας τέχνης που δίνει δύναμη στο βλέμμα, πρώτα και πριν και πάνω από τη δύναμη που, με την προπόνηση, κληροδοτεί στο σώμα.
Μιας τέχνης που γεννήθηκε κι ανδρώθηκε σε Χώρα που πάντα με γοήτευε,που μελέτησα κι αγαπώ ήδη από πολύ παλιά, για την απαράμιλλη Στρατηγική της, για την παντοδυναμία της “σιωπής” της, για τον πλούτο της απλότητάς της, για τη φιλοσοφία και την κοσμοθεωρία της, την Κίνα.
Πέρασα από δύο Σχολές. Γνώρισα Δασκάλους. Έμαθα, προχώρησα, αναπτύχθηκα στο χώρο αυτό. Με προσπάθεια, με τραυματισμούς πολλούς, με επανάληψη.

    Και πριν μία εβδομάδα περίπου, πήρα την καφέ ζώνη, ζώνη σημαντική-πρόδρομο της μαύρης, αυτής που σε καθιστά “σπουδαίο”, ορθότερα, σε “δείχνει” σπουδαίο. Ήταν μεγάλη η συγκίνηση, μεγάλη η χαρά, γιατί έκλεινα έναν κύκλο αγωνιστικό, έναν κύκλο εκπαίδευσης, μια μικρή ιστορία μάθησης.
Μα πάντα ήξερα ότι η μάθηση δεν είναι γνώση.
Και μόνον η γνώση είναι δύναμη, όχι η αέναη μάθηση.
Γνώση είναι η μαθητεία.
Δεν είναι τα χρήματα δύναμη. Γιατί με τα χρήματα αγοράζεις, δεν έχεις.
Δεν είναι η εξουσία δύναμη. Γιατί με την εξουσία καταπιέζεις, δεν συμπορεύεσαι.
Δεν είναι τα μπράτσα δύναμη. Γιατί απέναντι σε ένα όπλο, δεν μετρούν.
Δεν είναι ο όγκος δύναμη. Γιατί ο όγκος σου στερεί την ευελιξία του λόγου, των έργων, της κίνησης.
Δεν είναι ο λόγος δύναμη. Γιατί ο λόγος είναι αέρας, έρχεται και παρέρχεται, χαϊδεύει και γρατζουνάει.

Δύναμη, επιμένω, είναι μόνον η Γνώση. Και συγκεκριμένα η Γνώση που μοιράζεται και κινητροδοτεί μεγαλύτερες αναζητήσεις, αλήθειες, ερωτηματικά, κατακτήσεις. 
Η Γνώση που σε εμπνέει, σου δίνει οξυγόνο, ορίζοντα, στόχο στο νου, στην ψυχή, στο χαμόγελο.
Αυτή τη Γνώση που μόνον ένας Δάσκαλος με αυτοπεποίθηση και ταπεινότητα, μαθητεία και πρακτική, αγάπη και αυστηρότητα, μέτρο και απαιτήσεις, καθαρό και βαθύ βλέμμα, ίση κι ισότιμη αντιμετώπιση όλων των μαθητών, αφοσίωση και σιωπή, εμπειρία και το δικό του “αίμα στο χιόνι”, σεβασμό στο Δρόμο του, στο δικό του Δάσκαλο, στο δικό του Φως, μπορεί να μεταλαμπαδεύσει, να εμπιστευθεί, να χαρεί, να αναπτύξει.

Ένας Δάσκαλος που έχει επιλέξει το γνήσιο και αληθινό, όχι το μεταφρασμένο. 
Την πηγή, όχι το εμφιαλωμένο νερό. 
Την ιστορία και παράδοση, όχι τα υποτιτλισμένα κακέκτυπα. 
Το προσφέρω και προσφέρομαι, όχι το παίρνω κι αποπαίρνω.
Το ανταμείβω την ψυχή στην προσπάθεια, κι αυτή να είναι η δική του ανταμοιβή.
Το ευχαριστώ στο μαθητή γιατί τον τιμά, τον σέβεται, τον εκτιμά. Γιατί είναι εκεί και ματώνει, μαζί του.
Γιατί το σημαντικό για το Δάσκαλο είναι το ίδιο σημαντικό και για το μαθητή του: 

 είναι το συνεχίζουμε, το πάμε, το προχωράμε μαζί. Είναι η αρχή κάθε προσπάθειας, κάθε κίνησης, κάθε πόνου.
Είναι  ο λόγος του Δασκάλου. Εκείνου του Δασκάλου που δικαιούται και μπορεί και πρέπει να το πει.
Αυτός ο Δάσκαλος είναι ο 释体栐 - (Shi Ti Yong), κατά “κόσμον” Ανδρέας Τσελεπής.
Εκείνος με τον οποίον με χωρίζει ηλικιακά σχεδόν μία δεκαετία, μα από την πρώτη μέρα που τον γνώρισα, ως “βοηθό δασκάλου” στο Fu Jow Pai, είχε κερδίσει τον απόλυτο σεβασμό μου, και κυρίως, την εκτίμησή μου. 
Γιατί ο Ανδρέας (συγνώμη Shifu), ανέπνεε και απέπνεε Kung Fu. Πάντα, τότε και τώρα.
Δεν ήταν η δουλειά του, ποτέ ο βιοπορισμός του. 
Ήταν και παραμένει, σχεδόν, γονιδιακό χαρακτηριστικό του, ανάσα κι αίμα στις φλέβες του.
Σήμερα, ανοίγει τα φτερά του, έτοιμος από καιρό, σ’αυτό που αγαπά. Όπως ακριβώς το αγαπά: σωστά, συγκροτημένα, δυνατά, επίσημα, παραδοσιακά, αληθινά, ταπεινά.
Στη δική του Σχολή.
Και σήμερα ο Ανδρέας, έχει ήδη ανέβει στο πλατύσκαλο της καταξίωσης για το χαρακτήρα, την ευθύτητα, την αξιοσύνη και την ντομπροσύνη του. Γιατί χωρίς μια του λέξη, έπεισε τους παλαιούς του μαθητές να ακολουθήσουν το Shaolin Kung Fu. Χωρίς ζώνες κι επιβραβεύσεις σε ύφασμα. Μα με ικανοποίηση από την προσπάθεια, την επίπονη, τη σταθερή, την ατέρμονη. Μόνο.
Σήμερα, ο Ανδρέας - 释体栐 είναι χαρούμενος, όχι ακόμα ευτυχής. 
Δεν περπατά, μα πετά ήδη. 
Γιατί μοιράζεται. Απλόχερα προσφέρει τη Γνώση και την αγάπη του στο Kung Fu. Όπως πάντα έκανε, ειλικρινά, με ευθύτητα.
Κι ο Shifu Ανδρέας δεν είναι μόνο στην Ελλάδα όταν διδάσκει. Ταξιδεύει στη Deng Feng, με γυμνό τον δεξί ώμο, αγωνιστής, πολεμιστής, άξιος. Ζει στο Kung Fu, για το Kung Fu, με το Kung Fu. 
Σε αυτό του το ταξίδι στη Γνώση, ο 释体栐 δεν είναι μόνος.
Έχει πει  κι εμείς, συνεχίζουμε μαζί του. 
Γιατί τιμά το Shaolin Kung Fu, το σέβεται, το “ακούει”.
Γιατί ξέρει ότι ο δρόμος είναι μακρύς, δύσβατος, ανηφορικός.
Αλλά πάντα ανταμείβει όποιον κοιτάζει μπροστά, με το κεφάλι ψηλά, νικώντας με περισσότερο αγώνα, κάθε εύκολη δικαιολογία, κάθε βολική εκχώρηση ευθυνών, κάθε αιτία κι αφορμή να λυγίσεις. Γιατί το Shaolin Kung Fu, δεν σε κάνει άτρωτο στα χέρια και τα πόδια, μα στη θέληση να προοδεύεις, να προκόβεις, να νικάς τον ίδιο σου τον εαυτό. 
Διότι το Shaolin Kung Fu είναι ένα μόνο πράγμα, ένας στόχος, ένα όνειρο, μια αλήθεια: 













Φωτογραφία της γέφυρας Ρίου –Αντιρρίου από το διάστημα





Μια εκπληκτική φωτογραφία της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου και της ευρύτερης περιοχής, ανέβασε στο twitter ο Καναδός αστροναύτης Chris Hadfield, o ο οποίος βρίσκεται στο διάστημα.
O αστροναύτης είναι εντυπωσιασμένος από τη γέφυρα καθώς έγραψε πως είναι καταπληκτικό το πόσο καθαρά η γέφυρα ξεχωρίζει από το γαλάζιο της θάλασσας, σύμφωνα με το isthmos.

www.report24.gr



Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Μια αληθινή ( συγκινητική ) ιστορία.

(Μέρες που είναι -οι Πανελλήνιες συνεχίζονται-, γονιός είμαι και εγώ, θέλω να απευθυνθώ στα παιδιά μας που αγωνίζονται, εξετάζονται, για να πετύχουν μια θέση (στον ήλιο;) στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Η Πολιτεία ήταν και είναι απούσα.)

Δυο μαθητές του Γυμνασίου Αγνάντων, δυο χωριανοί (από το Αμπελοχώρι), δυο φίλοι, δυο συμμαθητές, δυο συνοδοιπόροι…, αγωνιστές της μάθησης.

   (Οι μαθητές του Γυμνασίου Αγνάντων με τους καθηγητές τους. 1954)

14 Φεβρουαρίου 1956. Όλο το Τζουμέρκο είχε πνιγεί στο χιόνι.  Είχε πέσει πολύ χιόνι και δυσκόλευε την επικοινωνία, όχι μόνο μέσα στο χωριό, αλλά και με τα παρακείμενα χωριά. Μα, για τους μαθητές από τα άλλα χωριά ήταν κάτι αδιανόητο το Σαββατοκύριακο να μην πάνε στα σπίτια τους. Άμεση η ανάγκη. Να πάνε στο χωριό τους, να πλυθούν, να αλλάξουν, να φάνε λίγο ζεστό φαγητό.  Η επιστροφή, την Κυριακή, αργά το απόγευμα.  Φορτωμένοι με τον «τουρβά» που είχε μέσα το αναγκαίο φαγητό-για να βγάλουν τη βδομάδα- και καμιά αλλαξιά ρούχα, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής.
Όλοι οι μαθητές από Κτιστάδες, Αμπελοχώρι, Πράμαντα  θεώρησαν «θείο δώρο» το γεγονός, ότι ο ταχυδρόμος Πραμάντων είχε περάσει και είχε ανοίξει το δρόμο με τις πατημασιές του. Έτσι, καμιά τριανταριά μαθητές αποφάσισαν να ακολουθήσουν τις πατημασιές του και να πάνε στα χωριά τους.  Αυτό έκαναν και οι δυο μικροί μαθητές (14 ετών) από το Αμπελοχώρι.
    (Οι μαθητές/ες του Γυμνασίου Αγνάντων με τους καθηγητές τους. 1956)

Δύσκολα, δύσκολα, θα τα κατάφερναν. Έτσι πίστευαν. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά.  Και ξεκίνησαν. Μπροστά, οι μεγαλύτεροι, ακολουθούσαν τις πατημασιές του ταχυδρόμου, κι από πίσω οι μικρότεροι.

Εκεί, μόλις πέρασαν  την Κουσοβίστα, χώρισαν οι δρόμοι τους. Μερικοί προχώρησαν για την Πράμαντα. Οι άλλοι για τους ΡαφταναΊους και το Αμπελοχώρι. Τα περισσότερα παιδιά τους περίμεναν οι γονείς τους και οι άλλοιΡαφτανίτες στο Μολοκοπιό (Στύλιανη). Εκεί πέρασαν το  βράδυ. Φιλοξενήθηκαν σε σπίτια του οικισμού μαζί με όλα τα Ραφτανίτικα παιδιά.  Οι δυο όμως φίλοι συνέχισαν το δρόμο κι άρχισαν να ροβολάν κατά το Αμπελοχώρι.

«Άκοφτος» ο δρόμος, πολύ το χιόνι, γινόταν όλο και περισσότερο η πορεία αργή, δύσκολη και βασανιστική.  Δεν πρόλαβαν να φτάσουν μέρα στο χωριό.  Βράδιασε. Παραμέρισαν το χιόνι και «κούρνιασαν» τουρτουρίζοντας  σε μια μπιστούρα.Μέχρι να ξημερώσει. Κι όταν ξημέρωσε, ο ένας κατάφερε να φτάσει στο χωριό.  Ο άλλος έμεινε εκεί. Πάγωσε. Πέθανε!


 Οι δυο φίλοι είχαν όνομα. Ο ένας ονομαζόταν Νικόλαος Νίκου, ο άλλοςΓιώργος Βλάχας. Ο πρώτος σώθηκε. Ο δεύτερος «έπεσε ηρωικά» στον αγώνα της μάθησης!
Τον αγώνα αυτό συνεχίζουν τα παιδιά σήμερα!!!

                ΚΑΛΗ ΤΟΥΣ  ΕΠΙΤΥΧΙΑ

                       Χρίστος Α. Τούμπουρος

                     Αγναντίτης – Τζουμερκιώτης

ΤΟ ΣΩΒΡΑΚΟ, ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ, Ο ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ

(Κύριε Διευθυντά
Κινδυνεύω να θεωρηθώ οπισθοδρομικός και  «παλαιομοδίτικος». Μπορεί να είναι και έτσι. Όπως και να το θεωρήσετε εγώ θα σας πω ότι τώρα , αυτόν τον καιρό με τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, κανένας δεν θα με εμποδίσει να επικοινωνώ με τους νέους μας. Με τον τρόπο μου. )


(1960. Μαθητές και μαθήτριες,  Κυριακή απόγευμα , ξεκινούν από τη Χόσεψη για την Άγναντα).

Ο Ηλίας, μαθητής του Γυμνασίου Αγνάντων κάθε βδομάδα έφευγε από την Άγναντα και πήγαινε στο χωριό του, Το Γραικικό.  Σάββατο απόγευμα αναχωρούσε για το χωριό του, μαζί με άλλους συγχωριανούς-συμμαθητές του και Κυριακή απόγευμα επέστρεφαν.  Χρόνια, το ίδιο δρομολόγιο.  Είχε μεσιάσει η χρονιά. Είχε μπει ο Φλεβάρης και Δευτέρα θα έδιναν τις εξαμηνιαίες εξετάσεις.  Στο χωριό του, Κυριακή πρωί, πήρε την  απόφαση μαζί με έναν φίλο, συγχωριανό, συμμαθητή και συνοδοιπόρο.  «Θα φύγουμε αύριο, Δευτέρα κατά τις πέντε το πρωί και θα πάμε κατευθείαν στο Σχολείο να γράψουμε». Έτσι και έγινε.


                    (Το χωριό του Ηλία, Γραικικό Άρτας)

Πουρνό πουρνό ξεκίνησαν με τον «τρουβά» φορτωμένο, για τον αγώνα της μάθησης. Πέρασαν τη Σγάρα και μόλις άρχισαν να ανηφορίζουν, εκεί στις Κερασιές, έπιασε μια βροχή, άλλο πράμα. Ξέρετε από εκείνες τις βροχές που συχνά-πυκνά πιάνει στο Τζουμέρκο και ... «χάνεται η φύση». Μπόρα, δρολάπι, γαζέπι, να δουν τα μάτια σας. Τα ρούχα τους μουσκίδι!  Βάραιναν καμιά δεκαριά κιλά.  Αγκομαχώντας  έφτασαν στην Αγία Παρασκευή. Εκεί, διαπίστωσαν και το πρόβλημα. Πώς θα πάμε στο Σχολείο;
Ο φίλος του ούτε που το σκέφτηκε.  «Θα πάω, όπως είμαι. Μούσκεμα. Δεν πειράζει. Θα στεγνώσω στη σόμπα».  Ο Ηλίας, όμως,  φορούσε ένα παντελόνι φανελένιο, είχε κολλήσει επάνω του και δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει. Εσωτερικώς-τι να λέμε- ήταν «φλογέρα», τουτέστιν δεν φορούσε σώβρακο.  Πάνω του φορούσε μια παλτατούκα που έφτανε μέχρι τα κότσια.  Untra  και πάλι Untra. Το αποφάσισε.  Έβγαλε το παντελόνι, το έβαλε πάνω σε έναν κέδρο, κούμπωσε την παλτατούκα, τον έσωσαν και εκείνες οι μπότες, - μέχρι το γόνατο έφταναν – και, βουρ, για το Σχολείο


               (Μαθητές του  Γυμνασίου Αγνάντων. Ένας απ’ όλους είναι ο Ηλίας)

Στο δρόμο μάλιστα το γλεντούσαν.  Ούτε στιγμή δεν σταμάτησαν το τραγούδι: «Μεσ’ το πέρα μέσ’ τον δώθε, παν’ τα αρχ …α πέρα δώθε».  Από μέσα ασκέπαστο καμπαναριό, βάραγαν τα γλωσσίδια λες και είχαν συναγερμό τα ΤΕΑ.
Έφτασαν κάποτε και στο Σχολείο. Κάθισαν σε ένα θρανίο, κοντά στη σόμπα, κι άρχισαν να γράφουν. Ο Ηλίας με το αριστερό χέρι κρατούσε τα κουμπιά της μπέρτας στο επίμαχο σημείο, μην κοπεί κανένα κουμπί και τότε… Μα, οι υπόλοιποι μαθητές, είχαν μάθει οι διαόλοι την κατάσταση, κοιτούσαν όλοι τον Ηλία και γελούσαν. Ο επιτηρών καθηγητής θεώρησε πως ο Ηλίας αντιγράφει.
-Σήκω επάνω, αντιγραφέα. Ξεκουμπώσου. Έχεις το σκονάκι εκεί μέσα και αντιγράφεις.  Εμένα θα γελάσεις; Ντροπή σου.
-Μα κύριε καθηγητά, δεν αντιγράφω, ψέλλισε ζεματισμένος.
-Αντιγράφεις. Τώρα αμέσως πάμε στον κ. Γυμνασιάρχη.
Κατευθείαν, λοιπόν στον κ. Γυμνασιάρχη, στον Παντελή.
-Χμ…, κακή σου ημέρα… Γιατί αντιγράφεις; Ξεκουμπώσου…
Ο Ηλίας δεν άντεξε και κλαίγοντας είπε με τρεμάμενη φωνή.
-Κύριε Γυμνασιάρχα. Δεν μπορώ να ξεκουμπωθώ. Θα αποκαλυφθώ…., και του εξιστόρησε την πραγματικότητα.
Ο Παντελής προς έκπληξη όλων δάκρυσε και του έδωσε δέκα δραχμές «για να αγοράσεις, μωρέ χαμένε, ένα σώβρακο. Χαμένε, ε, χαμένε, κακή σου ημέρα…»
…………………………………………………………………………………..
Φέτος το καλοκαίρι που τον συνάντησα τον Ηλία στο χωριό του, τον ρώτησα.
-Ηλία, εκείνο το παντελόνι το πήρες από την Αγία Παρασκευή;
-Α, μπα,  ήταν η απάντησή του.  Πήγα, αλλά δεν το βρήκα. Ποιος ξέρει; Κάποιος θα το πήρε και έφτιαξε σκιάχτρο για τα πουλιά.
 Σκιάχτρο, λοιπόν, το παντελόνι του Ηλία.
Το σκιάχτρο, όμως, το πρόχειρο αυτό ανθρωπόμορφο κατασκεύασμα που στήνεται σε χωράφια, αγρούς ή κήπους για να φοβίζει  τα πουλιά και να τα απομακρύνει από τους καρπούς και τα φρούτα δεν απόδιωξε τον Ηλία από τη μάχη και τον προορισμό του, αλλά τον ατσάλωσε περισσότερο και πολλαπλασίασε τις προσπάθειές του, για ένα καλύτερο αύριο, αφού δεν «σκιάχτηκε» από αυτές και άλλες, αναρίθμητες, αντίξοες καταστάσεις.  Απλά μετέβαλε το μέλλον σε παρόν. Αγωνίστηκε, σπούδασε, πρόκοψε και είναι, πλέον, ένας σωστός οικογενειάρχης και ένας πανάξιος Διευθυντής σε ονομαστό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Και μόνο η παρουσία του, το μειλίχιο ύφος του, το «παραγέμισμα» από γνώσεις, συνιστά αληθινή εγγύηση για τα παιδιά, φωτεινό παράδειγμα και μοναδικό σύμβολο αγωνιστικότητας.  Έναν Ηλία, ας έχουν οι νέοι  μέσα τους και να ξέρουν ότι νομοτελειακά ο αγώνας της ζωής θα είναι γι’ αυτούς νικηφόρος…

                                        Μετά Τιμής

                                 Χρίστος Α. Τούμπουρος

                             Αγναντίτης - Τζουμερκιώτης

Ο Κούρος στη Μπαμπίνη!





ΦΩΤΟ: Δημήτρης Κατερινόπουλος

         Ακόμα και σήμερα οι κτηνοτρόφοι στο Ξηρόμερο τηρούν με ευλάβεια το έθιμο του κούρου, διατηρώντας ένα ξεχωριστό κομμάτι της παράδοσης του τόπου μας. 
     Κάθε χρόνο αυτήν την εποχή, στο Ξηρόμερο, αρχίζει το κούρεμα των προβάτων. Ο κούρος είναι ημέρα γιορτής και χαράς στην οποία συμμετέχουν οι κτηνοτρόφοι, οι συγγενείς και οι φίλοι τους και κουρεύουν τα πρόβατα με τον παραδοσιακό τρόπο με μεγάλα ψαλίδια. Οι κουρευτάδες τοποθετούν στο μαντρί τα πρόβατα και στη συνέχεια τα πιάνουν ένα – ένα, τα ξαπλώνουν κάτω και τα κουρεύουν.
    Οι Φωτο είναι στο μαντρί του Μπαρμπα-Σπύρου Μπαρμπαρούση στη Μπαμπίνη, όπου το κούρεμα έχει αρχίσει, οι ψαλίδες έχουν.. ανάψει και στην παρέα έχουν προστεθεί και φίλοι, που ήρθαν να βοηθήσουν στο κούρο.........



      Τελειώνοντας ο κούρος, έστρωσαν πλούσιο τραπέζι για να αρχίσει το φαγοπότι, με  ψημένο αρνί, καλό κρασί  και το γλέντι ήταν δυνατό, το οποίο κράτησε έως αργά το απόγευμα…..






Μια «αληθινή» συνέντευξη με τη θεια τη Βαγγελή

-Θεία, θέλεις να  φύγεις απ’ το χωριό;

Ακούς να φύγω απ’ ιδώ, απ’ τον τόπο μ’.

Πού να πάω εγώ; Πού μ’ τόχουν στρωμένο; Δεν φεύγω ιγώ απ’ το κατ’κιό μ’. Όσο καλό μ’ θέλ’ το κουνάκ’ μ’, δε μ’ θέλ’ ου κόσμους ούλος.
Δεν θα το κούναγα ρούπ από ιδώ, αλλά τι να κάνου, μ’ πονάει η ψ’χή μ’, ξιψ’χάου για κεια τα κούτσκα, τα κοψίδια, τα πιδιά των  πιδιών  μ’ και τ’ς κουπέλας μ’.  Γι’ αυτό καμιά βουλά ξεπετάουμε στ’ν  Αθήνα, για να ξιπονέσω τσιότσιο. 


(Φωτο Κώστας Μαυροπάνος)

-Και, πώς είναι η Αθήνα;
Καμίν’ πιδί μ’. Καμίν’. Γι’ αυτό περνάω γλήγορις σαν ίσκιους απ’ όρνιο απ’ ούλους τους συγγινήδις μ’ κι έρχουμε πίσου εδώ να ησυχάσω στο ρ(η)μαδιακό μ’.

-Και, πώς βλέπεις τη ζωή στην Αθήνα;
Δεν είν’ ζωή αυτή που κάνουν.  Έχασαν  ντιπ κατά ντιπ την ώρα.
Πρωί είν’ αυτό; Κρατάει μέχρι τ’ν ώρα που αμόλαε ο δάσκαλος τα παιδιά απ’ το σκολειό.
Δειλ’νό είν’ αυτό; Την ώρα π’ γουρλεύουμε ιμείς το βράδ’;

-Βλέπονται οι άνθρωποι, βλέπονται;
Τι είν’ αυτά π’ λες πιδάκι μ’. Για φαϊ δε μαζώνουνται ποτέ. Μόνο σιατ-πατ.Τάβλα, αν βάλουν για γιόμα, βάνουν με το γέρμα του ήλιου, όταν αρχινάν να κουρνιάζουν οι κότες. Χαμέν’ στον κόσμο τους.
Ξεκουρτίστ’καν  ντιπ.
Άσε που εκείνα τα παιδιά σιουργιανίζουν τα μισάν’χτα! Οι γονιήδες οι έρμ’ όλ’ τ’ νύχτα να περιμένουν πότε  τα πιδιά θα ξεκαμπίσουν όταν φέξ’, πέρα στ’ν στράτα.
Τ’ άλλου.
-Ποιο άλλο;
Ο ένας είναι να φάει τον άλλον. Άμα έχ’ συμφέρον θα σ’ πει καλ’μέρα. Άμα δεν έχ’,  ιτς κρις. Μπήκαν όλ’ στ’ν στρούγκα. Στρουγκιάστ’καν. Δεν έχ’ λσιά η στρούγκα και δεν μπορούν να βγούν. Χουρεύουν μέσ’ στον τάλαρο. Τα πιδιά..
-Τα παιδιά;
Τα πιδιά κοιμούντα ως το γιόμα.  Αχ, πού νάξεραν κι αυτά «γλυκός ου ύπνους τ’ν αυγή, όξου ου κώλους τ’ Λαμπρή». 
Α, πα, πα. Χάλασι ου κόσμος, ντιπ καταντίπ  πιδάκι μ’. Μ’ αυτά και μ’ άλλα θα μας αποδοκιμάσ’ ου θεός μ’ όσα γλέπ’ απέκ’ αχπάν! Θα μας φουτοκάψ’!

-Βαριές κουβέντες λες θεια βαγγελή.
Γιατί;…Τι ντυμασιά είν’ αυτή π’ φουράν’ οι γυναίκις σήμιρα; Ξεμπλετσώθ’καν ούλες. Τα ‘βγαλαν ούλα στο σιάδ’. Στ’ μέσ’ του κουρμί τ’ς τ’ άφκαν ζάρκου γύρα-γύρα, σαν ζουνάρ’. Απ’ του δικό τ’ς όμως του τομάρ’,  κι ου αφαλός τ’ς  φαίνιτι σαν κουμπιδιασμένο άντερου.
Κρεμάν’ και μια κρικέλα στον αφαλό για σκουλαρίκ’. Ε, αυτούνο είν’ απ’ τ’ άγραφα! Ακούς σκουλαρίκ’ στουν αφαλό, στα χείλια, στ’ μύτ’ και στ’ γλώσσα! 

-Σαν, να τα λες καλά θεια.
Αμ κι εκείνα τα μπούτια, τα μπράτσα, η τραχλιά, που ‘ναι ούλα όξου;  Τα μπλέτσια τ’ς τά ‘χουν κι αυτά ντιπ όξου. Μόνου τ’ς ρόγις απ’ τα β’ζιά κρύβουν, ικτός κι αστουχήσουν τ’ν πλούζα ξιθλήκωτ’ και βγουν ούλα στου παζάρ’.
Δε σκιπάζουν τίποτις τα σ’κτιά π’ φοράν. Ντιπ μαγνάδια είνι. Φέγγουν απ’ τ’ μίνια άκρ’ στ’ν άλλ’. Ιδώ-ικεί σμίγ’ του στμόν’ μι του υφάδ’. Είνι σαν τ’ς σφαλαγγουδιές





(φωτο Κώστας Μαυροπάνος. 1/5/2013) Μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι στα Τζουμέρκα. Θα ξεκαμπίσουν και οι επισκέπτες.)

-Τα μαλλιά;
Αμ για κεια τα μαλλιά τ’ς, τι να σ’ πω η καψαρή! Τα βάφουν κάθι βδουμάδα κόκκ’να, πράσ’να, γαλάζια ή μι πουλλά μαζί χρώματα κι φαίνουντι σαν σαλαμέντρις. Βάνουν κι κάτ’ σαν δγιαούρτ’ κι κάτ’ σαν αλεύρ’ στα μάγ(ου)λα, γανώνουν κι μ’ ένα κάρνο τα τζίφλια τ’ς κι είνι έτ(οι)μες, τρουμάρα τ’ς, για του έβγα ιδές! Μ’ αυτό του μασκαριλίκ’, νουμίζουν ότ’ σταφνίζουντι!

-Πώς βλέπεις τα νέα κορίτσια;
Έχουμι άδικου ιμείς π’ λέμι ότ’ οι σημιρ’νές κουπέλις τό ‘χασαν ντιπ του γρέκ’ κι γίν’καν ντιπ καταντίπ σιουργούν’! Δεν κρατάν, σα θηλ’κά, τ’ θέσ’ τ’ς. Δεν έχουν ντιπ τσίπα, ούτι νουγάν από ΄σεβας. Φλιούντι μι τ’ς γκόμινους μεσ’ τ’ μέσ’ τ’ δρόμ’. Μ’ αυτό δεν είνι φίλ’μα. Ρούφ(ηγ)μα κι ξεμουτσιούνιασμα είνι.  Τόσου πουλύ δεν ξιπιζεύ’ ου νους τς απ’ του κιχρί, π’ δεν κρατιέντι να παν’  ψια παρέκεια να βγάλουν τα φουτιρά τ’ς; Φταίμι ιμείς οι γριές κι οι γέρ’, π’ μας έρχιτι αφύσ’κα κι αναγούλα, άμα γλέπουμι να κάνουν τετοιανούς σιακάδες κι τέτοιις πατσιαβέλις μέσ’ στ’ μέσ’ του παζάρ’;

  (φωτο Κώστας Μαυροπάνος. Ασιουμπέιαστος. Κάπα, ντροβά και ντφέκ’)

-Εσείς, τι κάνατε στα χρόνια σας.
Ιμείς στα χρόνια μας, ούτι τον αρραβουνιάρ’ μας δεν γυρίζαμαν μάτ’ να τουν δούμι. Ούτι εκείνους ξάμουνι του χέρ’ τ’ να μας μαλάξ’.  Δεν σιουργουνεύαμαν τότις ιμείς ούτι τ’ν αφεντιά μας ούτι του σόϊ μας. Αν κάναμαν και το παραμκρούτσ’κο, δε θα μας έφταναν ούλα τα κουλόπανα τ’ χουριού για να βλώσουμι τα στόματα τ’ κόσμ’. Ούτι ου Άραχθους μαζί μι τουν Άσπρου δε θα μπόραγαν να ξιπλύνουν τ’ς ντρουπές κι τ’ς γάνις μας.«Θα ‘μασταν για του γάιδαρου καβάλα»!
Αυτές τώρα ούτε που μετράν πόσοι τ’ς  απαύτωσαν προτού παντρευτούν. Έχασαν τον αριθμό.
Γι’ αυτίνο σας λέου, ότ’ θα μας ξιδοκιμάσ’ ου Θεός.

                                           Μετά  Τιμής
Από τα ορεινά και συνεντευξιαζόμενα Τζουμέρκα με μια απορία.
               
   Χρήστος Α. Τούμπουρος
                             Αγναντίτης – Τζουμερκιώτης 


romianews