Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η πείνα και η περίπτωσή μου ( Αληθινές βιωματικές ιστορίες) Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος*


Για να είμαι ειλικρινής η λέξη πείνα από μικρός μού κακόκατσε στο στομάχι. Τότε που στα χωριά μας θεωρούσαν γερά και γεμάτα υγεία τα παιδιά που ήταν τροφαντά τροφαντά με προγούλια και χοντροπιάσματα. Κι έτσι η έγνοια των γονιών ήταν «μην μείνει σήμερις το παιδί νηστ’κό.» Γιατί , «αν βελάξ’ απ’ την πείνα, κακό που θα με βρει απ’ την πεθερά.» Τόσο ήξεραν, αυτά έκαναν.

Κάναμε επιδρομές στα κεράσια. Τρώγαμε κιλά ολόκληρα, δεν τολμούσαμε να πούμε στη μάνα μας ότι δεν θέλουμε φαγητό. «Τι νηστ’κός θα κοιμ’θείς;» Βάσταγε το στομάχι. Τουρλοκώναμε και γρουδιάζαμε. Κι αν κανένας προσπαθούσε να τους ορμηνέψει, άκουγε τα εξ αμάξης. «Τι μας λεει ο παλιοσκυλσμένος. Να κ’τάξ’ τα δ’κά τ’ τα χαΐρια. Μια χαρά είνι το παιδί. Θα σύρ’, θα το πάρ’ στο ύψος». Και δεν το παίρναμε στο ύψος, αλλά στο πλάτος.
Τη φοβόμουνα πάντοτε τη λέξη πείνα. Ανάποδη λέξη. Η πείνα της πείνης και όχι της πείνας, μού φώναζε ο καθηγητής. Έχει το -α- βραχύ. Εγώ δεν το καταλάβαινα. Τότε αναρωτιόμουν γιατί η λόρδα κάνει στη γενική της λόρδας; Τόλμησα να τον ρωτήσω. «Βλάκα τα μπέρδεψες πάλι», ήταν η απάντησή του. Ήταν και εκείνος «Ο μικρός ήρωας», το περιοδικό που διαβάζαμε τότε και που περιέγραφε την πείνα της Κατοχής και τα γαστρονομικά κατορθώματα του Σπίθα, που μού τον επέβαλε ως πρότυπο και εγώ είχα ανάγει σε τρόπο ζωής «το συνεχόμενο χλαπάκιασμα». Ήταν ακόμη και εκείνος ο δάσκαλος που με είχε κάνει να αγαπήσω την ποίηση και κάπως ένιωσα αφύσ’κα διαβάζοντας το ποίημα του Ρίτσου «Μεγάλη φτώχεια».

«Μεγάλη φτώχεια πλάκωσε, παιδί μου,/ και το ψωμί το τρώμε με το δράμι./(…) Η φτώχεια τους ανθρώπους έχει αγριέψει./ Προχτές τη Δημαρχία είχαν κυκλώσει/μάνες, παιδιά, που η πείνα τα ‘χει ρέψει,/ κι άλλος ψωμί ζητούσε, άλλος δουλειά,/μ’ αντίς ψωμί- σαν πήρε να σουρουπώσει-/ με το ξύλο τους διώξαν τα σκυλιά.»

«Σκυλιά μονάχα ήταν αυτοί που άφησαν τους ανθρώπους πεινασμένους; Πω, πω! Να μην συμβεί σε κανένα άνθρωπο να πεινάσει τόσο», έλεγα και ξανάλεγα. Και συνέχιζα «το σωτήριο έργο», της αδιάκοπης βρώσης. Άσε που συγγενικώς είχαμε αναγάγει το φαΐ σε τρόπο ζωής.
Τι ήταν να πέσει στα χέρια μου και εκείνο το βιβλίο του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα», που ο πεινασμένος συγγραφέας μάταια προσπαθεί να διατηρήσει τον σεβασμό προς την έννοια «Άνθρωπος», προς τον εαυτό του και προς τους άλλους. Μάταια, αφού το στομάχι του τον υποχρεώνει σε παραχωρήσεις για τις οποίες μετανιώνει, γεμίζοντας άλλοτε ενοχές και άλλοτε αδικαιολόγητη αυτοεκτίμηση. Αυτό που τον κρατάει να μη διαλυθεί είναι το κάτισχνο κορμί του, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει επίσης και τη συμπεριφορά του μυαλού του.
«Πα, πα, πα», είπα από μέσα μου. «Δεν χρειάζεται. Φάε Χρήστο μην καταντήσεις σαν τον πεινασμένο ήρωα του Χάμσουν». 
Κακό πράμα η πείνα. Κι αν διαβάσει κανείς το Σολωμό, «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει./Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει», αμέσως θα πεινάσει και θα το ρίξει στα πιτόγυρα για να στομώσει στα γρήγορα την πείνα του.
Κάποια άλλη πείνα υπονοεί ο Μπέρτολ Μπρέχτ.
«Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί/Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές/
Οι άνεργοι πεινούσαν/Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται/Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι/Κηρύχνουν τη λιτότητα/Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα/Ζητάνε θυσίες/Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους/Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν/Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο/Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό/Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.»
Μπέρτολντ Μπρεχτ- "Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου" (Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)
Ενίοτε η πείνα είναι απαραίτητη, αναγκαστική, υπόθεση ζωής. Αλλά σού φουσκώνουν έπειτα μια δίαιτα και σούρχεται αλατζούτζουρας! Δεν το αποφάσισα. Μού το επέβαλαν. «Έφαγες κοπάδια κατσίκια και βουστάσια ολόκληρα, ήπιες ολόκληρο το Βόσπορο και καταβρόχθισες σε ψωμί το σιτάρι που βγάζει δυο φορές σπαρμένος ο κάμπος της Θεσσαλίας. Νισάφι πια!» Αυτά ήταν τα λόγια της γυναίκας μου μετά από επίσκεψή μας σε γιατρό.
Κι άρχισα τη δίαιτα. Μα πριν απ’ όλα πρόλαβα και διάβασα το ποίημα του Ομέρο Αρίτζις, Μεξικανού (ελληνικής καταγωγής) ποιητή.
«Γεννήθηκα στην οδό Πενίας/γωνία με την Αδικία/γονείς μου ήταν η Αξιοπρέπεια/και το Ίσως-Αύριο/πάντα στην εξώθυρα του μεγάρου/της κυρίας Εντιμότητας/από πολύ νέος έμαθα/να τρώω αέρα/και να εκτιμώ το Αόρατο/στο σχολείο της Στέρησης./Μια βροχερή μέρα/επειδή έτυχε να βρεθεί εκεί/έβρεξα το στιλέτο μου/στο στέρνο ενός στρατηγού/και πέρασα είκοσι χρόνια/στο οίκημα της Πραγματικότητας./Τώρα είμαι ελεύθερος(…)» Αν καταλάβω ότι βρίσκεται σε συνεννόηση με το γιατρό… θα αναστενάξουν πάλι οι ψησταριές…

*Χρήστος Τούμπουρος: Συγγραφέας ερευνητής 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου