Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ο εβδομαδιαίος προβληματισμός ''Το στούμπισμα''Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος*


«Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια. Μιας και δεν ντράπηκαν τα στόματα που τα λέγαν…». Μ. Λουντέμης


Το στούμπισμα, δηλαδή το κτύπημα με στούμπο, με κόπανο, με «δάρτι». Στουμπί ή και στούμπος σημαίνει και η πέτρα που μπορεί να σηκώσει κάποιος με το ένα χέρι και να την πετάξει (να ρίξει μια στουμπιά), «του ‘ριξε μια στουμπιά». Το χρησιμοποιούν και για το στούμπισμα του χοντρού αλατιού. Ακόμα στουμπάω (στ’μπάω) σημαίνει στουμπίζω, χτυπώ με στούμπο ή με κόπανο ή με γουδοχέρι ή αλωνίζω το σιτάρι με δάρτια ή σπάζω καρύδια, μύγδαλα κλπ. ή σκοτώνω. «Tον στούμπ’σε τον λαγό». 
Όλα αυτά τα βάζω στο μυαλό μου και αντραλίζομαι γιατί παράλληλα θυμάμαι και τις δηλώσεις πολλών πολιτικών ανδρών. Ο ένας «πρόσφυγας» κατά δήλωσή του, ενώ δεν τον είχε αποκόψει από το γάλα η μάνα του, (παιδάκι έξι μηνών), άρα και «Μέγας Επαναστάτης», ο άλλος «ανώτερες σπουδές», ο παραάλλος «έχει το παιδί στην ξενιτιά για σπουδές» και γι αυτό «μετέφερα κάποια από τα χρήματά μου για περίπτωση ανάγκης, επειδή είχα παιδί στο εξωτερικό». Τα θυμάμαι και με βαράει κατακρίκελα ο συνειρμός. Η «ρουφιάνα» η ξενιτιά, πόσα και πόσα παιδάκια έφαγε!
Όλοι, καταταλαιπωρημένοι και στουμπισμένοι από την ξενιτιά. Πώς να το κάνουμε όλοι τους συνθέτουν το εθνικό δράμα. «Ξενιτεμένα μου πουλιά». O εθνικός ύμνος της Ηπείρου. Τότε και τώρα. Παιδιά και παιδάκια να δουν τα μάτια σας που κατσιάρτισαν για το εξωτερικό. Και στο παρελθόν, αλλά και τώρα. Από την μετανάστευση του χθες, στην μετανάστευση του σήμερα. Και είναι αλήθεια πως, όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι τραγωδία. Κι αυτή την τραγωδία την έφκιαξαν (τη συνέθεσαν κατά τους σπουδαγμένους εις Εσπερίαν συγκεκριμένοι. Και πού θα πάνε. Οσονούπω θα τους μουστρίσουν…), αλλά δεν την γεύονται αυτοί. Η ξενιτιά, η τσίπα και η γάνα αφορά άλλους…
«Στα ξένα δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!».
Η ξενιτιά. Τότε και Τώρα. Την έζησε την ξενιτιά η Ήπειρος και, δυστυχώς, τη ζει ακόμα. Τζουμερκιώτης είμαι, ξέρω καλά πως η ξενιτιά, για πολλούς αιώνες, αποτέλεσε βασικό στοιχείο και γνώρισμα της ψυχικής και κοινωνικής ζωής των Τζουμερκιωτών και, φυσικά, όλων των Ηπειρωτών. Οι περισσότερες Τζουμερκιώτικες οικογένειες -αν δεν είχαν μεταναστεύσει μέσα και έξω- είχαν για πολλούς μήνες τους άντρες στο ταξίδι. Κάθε Μάρτη, ο αρχηγός της οικογένειας ήταν έρμαιο μιας σκληρής και αδυσώπητης μοίρας: να αποχωρίζεται τα αγαπημένα του πρόσωπα και να ξενιτεύεται, για να δουλέψει και να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία για τη ζωή.
Τους καταλαβαίνω, τους καταλαβαίνω απαξάπαντας... Το ξέρουμε, το ξέρουμε. Εκατομμύρια παιδιά μετανάστες. Τότε και τώρα… Από μανούλες βγήκαν. Κάποια μάνα κοιλοπόνεσε. Δεν βγήκαν από κατσαρόλες…
Ό,τι και να μού λένε, εμένα δεν φεύγει από το μυαλό μου αυτό που έζησα παιδάκι. Ήταν η εποχή που μας επισκέφτηκαν εκπρόσωποι διαφόρων εταιρειών, οι οποίοι «πρακτόρευαν» τη μετανάστευση. Συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού μου πάνω από πενήντα χωριανούς και χωριανές, τους έβαλαν στη γραμμή κανταρέλα και προέβησαν σε υγειονομική τους εξέταση. Θυμάμαι και ανατριχιάζω… Πρώτα πρώτα μέτρησαν τα δόντια τους. Δεξιά οι/αι μη χρήζοντες/χρήζουσαι οδοντιατρικής περίθαλψης. Αριστερά οι/αι οδοντιατρικώς προβληματικοί/ές. Κάποιος είπε: «ξεχωρίζουν τα ζωντανά». Ίσα που δεν τον έφαγαν οι άλλοι. «Θα έχουμε δουλειά, θα έρθει χρήμα, θα αναπτυχθεί τουριστικώς το χωριό μας». 
Οι γραμματιζούμενοι το έλεγαν: «εισροή συναλλάγματος». Το ξέρω, αυτά φοβήθηκαν… Και που λες ο κόσμος έφυγε και το συνάλλαγμα ποτέ δεν ήρθε…Και εμείς, μεγαλώσαμε με το όνειρο να σπουδάσουμε, να φύγουμε απ’ το χωριό, να αποδράσουμε από τη φτώχεια και την ανέχεια, να σταματήσουμε να μαναρίζουμε τα ζωντανά, «να γίνουμε μεγάλ’ και τρανοί».
Το πώς φύγαμε είναι μεγάλη, μα πολύ μεγάλη ιστορία.
Θα την πω άλλη φορά. Τώρα θα τους πω τα εξής: «Άμα τους αρπάξουν και σε στ’μπίσουν με το γδί και τους κάνουν σκορδαλιά, ίσως και να κοκκινίσουν ».

*Χρήστος Τούμπουρος. Συγγραφέας-ερευνητής 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου