Επικήδειος λόγος της Αγγελικής Ζαχαριά για τη μητέρα της Θεοδοσία Καραγιάννογλου(Σία Κυριαζή)


Πονεμένη μου μανούλα,
Σαν ψέμα μοιάζει ετούτη η άχαρη στιγμή, ένα ψέμα όμως πέρα για πέρα αληθινό.
Ξεκινάς για το μεγάλο ταξίδι, το στερνό σου, ήσυχη τώρα πια μετά από τόσο καιρό, κι εγώ δίπλα σου για στερνή φορά να σου ψιθυρίζω λόγια σιγανά, σαν νανούρισμα, κι ας κοιμάσαι τον αξύπνητο ύπνο.
Ἐνας άνεμος φύσηξε σήμερα στο σπιτικό μας, αλγεινός και συνάμα λυτρωτικός. Μία λύπη απαλή και ένα ήρεμο πένθος έχει τυλίξει την καρδιά μου, γιατί σήμερα δεν πονάς, γιατί από σήμερα δεν θα ξαναπονέσεις ποτέ πια.
Το ξέρω καλά. Αύριο θα είναι όλα πιο όμορφα. Η ζωή είναι πιο δυνατή από το θάνατο. Είναι τεχνίτρα επιδέξια αυτή. Ό,τι χαλάει το ξαναφτιάχνει καλύτερο. Ξέρει και βάζει σε τάξη ό,τι η ίδια αναποδογύρισε.
Η λύρα της ζωής έπαιξε για τα στερνά σου τραγούδια πικρά. Λυράρης της ο πόνος, που σου έπαιξε τραγούδια του χαμού. Παραμόρφωσε το κορμί σου αυτός. Κάθε σπιθαμή του και μία πληγή. Κάθε μέρα που ερχόταν έφερνε μαζί της και μια καινούργια πληγή κι ένα πόνο πιο δυνατό. Αυτός ήταν ο μόνος σύντροφος που σου απέμεινε.  Έγινε η σκάλα που σε έφερνε κάθε μέρα όλο και  πιο κοντά στο θάνατο.
Αναρριχόσουν σαν κισσός επάνω του κι ανέβαινες τον τοίχο του μαρτυρίου.
Απορημένοι παρακολουθούσαμε οι δικοί σου άνθρωποι το οδοιπορικό του θανάτου σου. Φλέρταρες μαζί του εδώ και χρόνια. Σε κυνηγούσε, του ξέφευγες. Αυτός σε κατέβαζε στα σκοτεινά του βασίλεια κι εσύ πετιόσουν ξανά στο φως του κόσμου. Με ένα πείσμα από πέτρα κι ατσάλι ξόρκιζες τα απανωτά του καλέσματα. Αυτός σου έστηνε ξόβεργες κι
εσύ του γυρνούσες την πλάτη. Σου έπιανε το χέρι, του το τραβούσες με θράσος. Θαρρείς και σε τραβούσαν οι  μαγνήτες της ζωής με μια ανερμήνευτη έλξη. Όσο εξασθενούσε το σώμα σου, τόσο η ψυχή σου θέριευε. Αυτή έγινε το όπλο σου.Υποκλίνομαι στη δύναμη και το μεγαλείο της. Σπάνια συναντάει άνθρωπος τόσο θεριεμένη θέληση για ζωή, τόσο αμετάθετο πείσμα για πάλεμα. Μ’αυτή την αρχόντισσα ψυχή σου ξόρκιζες τις δράκαινες του πόνου.
Ροκάνισε ο πόνος σαν τρωκτικό το σώμα σου. Άφησε τα ειδεχθή ίχνη του επάνω σου, όπως το αλμυρό νερό αφήνει τα δικά του στα κοίλα του βράχου. Όμως σου έδειξε η ψυχή σου μυστικά παραπόρτια και τον ελοιδόρησες. Ποιος; Εσύ, μια ντελικάτη γυναίκα, που όλοι περιμέναμε να πέσεις με το πρώτο του χτύπημα. Κι όμως ήταν η ψυχή σου πιο βαθιά από τις πληγές σου.
Απόκοσμη και ξέπνοη τώρα η μορφή σου πονάει βαθιά την καρδιά μου και δυναμώνει τη θύμηση. Στιλπνές οι μνήμες μου με την καθαρότηα του κρύσταλλου με σεργιανίζουν πίσω σε καιρούς μακρινούς, παλιωμένους, τότε που ήξερες να κάνεις το στέρημα περίσσευμα και να το δίνεις σ’αυτούς που αγαπούσες. Και ποιος δεν πέρασε από το σπιτικό σου! Ένα ανθρωπολόι από αδέρφια, ανίψια, συγχωριανούς μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας. Πού πήγε όλο εκείνο το ανθρωπολόι; Το ρούφηξε το ποτάμι του χρόνου. Έτσι είναι όμως. Όλοι είμαστε γραμμένοι του πόνου και της μοναξιάς.
Τα σημερινά μου δάκρυα δεν είναι παράπονο που φεύγεις, είναι παράπονο για τα παράπονά σου. Παράπονο για τους τόσους πόνους σου και την τόση μοναξιά σου, που κάποτε, το ξέρω καλά, πονούσε πιο πολύ από τις πληγές σου.
Περόνιασαν βαθιά την καρδιά μου τα πάθη σου, ο πόνος για τους πόνους σου έχει αφήσει πληγές στην ψυχή μου. Το ξέρω, ο χρόνος θα τις κλείσει, αλλά θα αφήσει τα σημάδια του. Οι ιαματικές του ιδιότητες δεν φτάνουν μέχρις εκεί.
Και σαν να μην έφταναν οι πληγές του σώματος ήρθε και η αρρώστια του μυαλού. Θόλωσε το νερό της μνήμης σου, οι θύμησές σου αναποδογύρισαν τα κομμάτια της ζωής σου, μπερδεύτηκαν, χάλασαν, μαράθηκαν, ώσπου έσβησαν στο τέλος μαζί με σένα.
Και ήταν οι φουσκονεριές του μυαλού σου που μας χώρισαν, που σε πήραν από το σπιτικό μας και από την αγκαλιά μου. Και ήταν ο χωρισμός μας αυτός σταγόνες θανάτου σε καρδιά απαρηγόρητη, αλάτι χοντρό σε βαθιά πληγή.
Και να ’ξερες πόσοι θάνατοι ήταν για μένα ο χωρισμός μας! Πάλευαν στα αλώνια του μυαλού μου οι τύψεις μου με την ανημπόρια μου. Δεν με γιάτρευαν οι ξένες παρηγοριές. Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει. Χάθηκα στην αγάπη, μαμά.
Αλλά το έχω καταλάβει. Για να βρεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να τον χάσεις.
Ας γίνει η αγάπη σου η κολυμπήθρα και η αγιασμένη χέρνιβα να ξεπλύνει τα κρίματά μου, τις παραλείψεις μου, τους θυμούς μου. Ό,τι μας αγαπάει  μας αθωώνει.
Κι εσύ μ’αγαπούσες.
Τρύγησα διδάγματα κοντά σου, ακριβά μαθήματα ζωής.
Η αρρώστια που κρατάει πολύ καιρό τον αλλάζει τον άνθρωπο. Δεν χαλάει μόνο την ειδή του, χαλάει και το μέσα του. Σχέσεις στοργής τις κάνει σχέσεις οργής. Όμως πάνω στην πίκρα αυτής της διαπίστωσης ήρθε κι ακούμπησε το γλύκασμα μιας άλλης, ότι η οργή είναι περαστική σαν γυρολόγος, η αγάπη όμως έχει φωλιά και ρίζες βαθιές. Όχι, η εξαίσια αγάπη δεν χαλιέται ούτε από την αρρώστια ούτε από το θάνατο.
Στο τελείωμα της προχθεσινής μέρας ψυχή και σώμα παραδόθηκαν στο μεγάλο νικητή. Η καρδιά σου, καρδούλα μου, σταμάτησε να χτυπά. Μια καρδιά μεγάλη σαν ουρανός, ξέχειλη από αγάπη για τα παιδιά και το εγγόνι σου. Όλη η ζωή σου ήταν ένα ακούραστο δόσιμο που σου έδινε την άπειρη χαρά. Αστείρευτη η αγάπη σου, σιωπηλή σαν άνοιγμα λουλουδιού, ξεχωριστή μέσα σε χίλιες αγάπες όλα τα χρόνια της κοινής μας διαδρομής, που δεν ήταν και λίγα. Στις όμορφες μέρες χαιρόσουν με τη χαρά μας. Στις δύσκολες είχες ένα χέρι απλωμένο να βοηθήσει, να συμπαρασταθεί. Δεν διαλάλησες ποτέ την αγάπη σου. Μας σκέπαζε αθόρυβα, όπως η πρωινή δροσιά σκεπάζει τα πέταλα των λουλουδιών.
Αγάπησες το παιδί μου, το Μαρίκο σου, το κανάκεψες, το πόνεσες σαν δικό σου παιδί από τότε που ήρθε στη ζωή κι εγώ άρρωστη και ανήμπορη δεν μπορούσα τότε να του προσφέρω παρά μόνο το χάδι μου και το βλέμμα μου.
Αγάπησες τον άντρα μου, τον Αντρίκο σου, δέκα φορές σαν δικό σου παιδί. Κι αυτός πάντα δίπλα σου ακάματος και πρόθυμος να απαλύνει τους πόνους σου, να ταΐσει την ελπίδα σου.
Η πολυχρονισμένη ζωή σου έκλεισε στο όστρακό της χαρές και λύπες, λαχτάρες πυρωμένες, προσδοκίες ανεκπλήρωτες, μυστικές αναμονές, κρυφά παράπονα. Τώρα φεύγεις και όλα τούτα τα παίρνεις μαζί σου. Αφήνεις όμως πίσω σου τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, τα δισέγγονά σου, το μικρό Αντρέα και τον Άγγελο.
Τόσα χρόνια σε είχαμε δίπλα μας. Τώρα θα μας βλέπεις από ψηλά. Έχε μας στη σκέπη σου και από εκεί επάνω μεσίτευε για την καλή μας ζωή.
Χθες αγγελοκρούστηκες, σήμερα ο άγγελος σε περιμένει στον ουρανό. Θα πλύνει τις πληγές σου, της ψυχής και του σώματος, και θα σε σεργιανίσει στις γειτονιές του. Ο μπαμπάς, η γιαγιά,ο παππούς, τα αδέρφια σου σε περιμένουν και σου ετοιμάζουν δείπνο φροντισμένο.
Να φύγεις ήχυχη. Ο πόνος τον αγιάζει τον άνθρωπο. Γίνεται χέρνιβα αγιασμένη και νάμα πολύτιμο, για να ξεπλύνει τα πάθη και τα ανομήματά του.
Με αρχοντιά και κλιτότητα έκανες τη διαδρομή ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.
Καμάρωσες τα παιδιά σου να προκόβουν. Αξιώθηκες την ωραία και σπάνια τύχη να ζήσεις μαζί τους όλη σου τη ζωή και να τα έχεις δίπλα σου στις σκληρές σου στιγμές. Και τώρα φεύγεις να κοιμηθείς τον αξύπνητο ύπνο.
Δεν θα είναι αιώνια η μνήμη σου, όπως τίποτα δεν είναι αιώνιο σε τούτη τη ζήση. Έρχονται και φεύγουν οι άνθρωποι σαν τα φύλλα των δέντρων και σαν το νερό της βροχής. Δεν θα είσαι πια στο οπτικό μου πεδίο. Από σήμερα θα κλείνω τα μάτια μου για να σε βλέπω. Θα είσαι όμως καλά φυλαγμένη στην καρδιά μου σαν αγιασμένο από τη ζωή κειμήλιο και σαν σοφός λόγος.
Τώρα θα ακούω τη φωνή σου στο θρόισμα των φύλλων, στο νερό της βροχής, στις σιωπές του εαυτού μου.
 Να φύγεις ήχυχη. Δεν μας αγάπησες μόνον εσύ. Και εμείς σε αγαπήσαμε και θα σε αγαπάμε. Θα κλείσουμε στην καρδιά μας τη μορφή σου, θα φέρνουμε τα λόγια σου στην κουβέντα μας, θα κρατήσουμε τη θύμησή σου γλυκιά και τρυφερή σαν την αγάπη σου.
Τώρα ξεκινάς το στερνό σου ταξίδι. Δεν ξέρω πού θα πας. Μακάρι στον άγνωστο τόπο  που θα βρεθείς ο σπλαχνικός ουρανός να σου δώσει ό,τι σου αρνήθηκε η ζωή.
Στο τελευταίο σου ταξίδι θα έχει καλό καιρό.
Στις γειτονιές του ουρανού τώρα σεργιάνιζε, στην αγκαλιά του σύννεφου γύρε και ξεκουράσου,
Μητέρα καλή, γιαγιά σεβαστή, κυρία Θεοδοσία,
Θεοδοσούλα, θεία Σία, μανούλα μου.

Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου