Η ζωή στο Ξηρόμερο……



Μπαμπίνη 13 Απρίλη 1916 Ξηρόμερο


Αφήγηση του Γεωργίου (Γάκια) Παπαδημητρίου


Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξαπλώνει πίσω από τα βραχώδη Ακαρνανικά Όρη. Κουράστηκε κι αυτός ο άμοιρος να βλέπει τους ταλαιπωρημένους αγρότες να ψήνονται κάτω από τις αχτίδες του,χωρίς έλεος. Σε λίγο θα έδινε τη θέση του στο φεγγάρι που άρχισε να φαίνεται παίζοντας κρυφτούλι με τα αστέρια. Ήθελε να τους διώξει. Τους λυπόταν. Τους είχε δει από τα χαράματα,πριν δώσει τη θέση του στον ζωοδότη μα τόσο σκληρό ήλιο το φεγγάρι. Ακόμη δεν είχε φύγει από τον έναστρο ουρανό και είχαν καταφτάσει με τα άλογα για το όργωμα. Τώρα ξανά τους βρίσκει εκεί, κουρασμένους και ηλιοκαμένους. Τα καπνοχώραφα είχαν οργωθεί και ταλαιπωρηθεί μπήγοντας το υνί στα σπλάχνα τους., το άροτρο σκάλιζε τη καρδιά τους μέχρι να βγάλει τις πέτρες και τα χόρτα. Όλα τα παράσιτα έπρεπε να ξεριζωθούν. Ούτε ένα δέντρο δεν υπήρχε να τα σκιάζει, απόκαμαν. Μόνο το γλυκό φεγγάρι ξανά θα τα ηρεμούσε.


 Οι αγρότες ήδη ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν προκειμένου να ετοιμαστούν για το βραδινό πανηγύρι του Αϊ-Γιώργη της Πόρτας. Το Μοναστήρι του Αι-Γιώργη, της επονομαζόμενης Πόρτας, ήταν σκαρφαλωμένο πάνω στο λόφο, λίγο έξω από το χωριό. Μεγάλη η ιστορία, πολυτρικυμισμένη και τραβούσε πολύ κόσμο στον αυλόγυρό της. Από χέρι σε χέρι πήγαινε η περιουσία που θα μπορούσε να συντηρήσει πολλές φαμίλιες μα η πίστη των χωρικών ήταν δυνατή και δεν κοιτούσαν ποιος διαχειριζόταν την περιουσία της. Μόνο η πίστη τους κρατούσε. Τόσες γιορτές του Αι-Γιώργη περάσανε, κάθε χρονιά η κούραση των χωρικών αβγάταινε περισσότερο από τις αγροτικές δουλειές, τον καβαλάρη όμως τον Αι-Γιώργη με το λευκό άλογο που τους προστάτευε τόσα χρόνια, ποτέ δεν τον ξεχνούσαν. Από τότε που ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν σε τούτο το τόπο οι πρόγονοι τους το γιόρταζαν και ήταν σε κακό μια φορά να το αμελούσαν. Κουρασμένοι από τον κάματο της ημέρας, με τα βρώμικα ρούχα και το μαντίλι στο σβέρκο να ρουφά τον βρώμικο ιδρώτα, άφησαν ανήμερα τα οργωμένα χωράφια να συνεχίζουν μουρμούρικα, καταπονημένα και βαριεστημένα κάτω από το μελαγχολικό αχνό φεγγάρι. Οι γυναίκες θα ετοιμαζόταν κι αυτές για τον εσπερινό και μετά για το πανηγύρι. Θα το ξεκούραζαν από το βάρος του αρότρου. Ο Νώντας ακούμπησε τα σύνεργα στο χώμα μέχρι να μπουν όλα τα εργαλεία στη θέση τους στη μικρή αποθηκούλα, στην άλλη άκρη του χωραφιού. Θα ελευθερωνόταν επιτέλους το άλογο, θα ένιωθε το καψερό σαν τους δούλους όταν τους έβγαζαν τα βάρη, τις αλυσίδες από τα χέρια και τα πόδια μετά από εξοντωτική δουλειά. Το πρόσεχαν, δεν είχε παράπονο, το ετάιζαν και το πότιζαν μα το κουράγιο δε περίσσευε. Σήκωσε τα μπροστινά πόδια του ψηλά για να τεντώσει τη πλάτη. Τα παιδιά της φαμίλιας του ήξεραν πια την ώρα της επιστροφής. Γι αυτά ήταν γιορτή της χρονιάς, θα ξεγλιστρούσαν από το σπίτι, θα έπαιζαν ανέμελα μέχρι τις πρώτες ώρες. Μα περισσότερη χαρά έκαμαν που θα έβαζαν τα Πασχαλιάτικα παπούτσια, τη περυσινή φορεσιά που τους είχαν πάρει οι νονοί τους στις γιορτές και το κυριότερο, θα έκαμαν μπάνιο για δεύτερη φορά τούτη την εβδομάδα. Μεγάλη η χαρά που θα έβραζαν νερό στο καζάνι για δεύτερη φορά μετά το Σαββατιάτικο καθάρισμα, που μόνο η βούρτσα του αλόγου θα έβγαζε το χώμα από πάνω τους. Περίμεναν τη μάνα, έτοιμα όλα , ότι τα είχε παραγγείλει από νωρίς στη πεθερά της . Η γιαγιά, από τη πλευρά του πατέρα τους, έμενε με το γιο στο σπίτι και προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε. Μόνο που είχε την 7 έννοια της για τα παιδιά, ήταν μεγάλη βοήθεια στη νύφη της τη Θεοδώρα που κινούσε από τα χαράματα για τα χωράφια. Οι κόρες της ήταν παντρεμένες στο διπλανό χωριό μα αυτές είχαν τις δικές τους πεθερές. Έτσι ήταν το σωστό, ο γιος έπαιρνε τη περιουσία, ο γιος θα κοιτούσε τη μάνα αφού ο πατέρας, τους είχε αφήσει χρόνους. Νόμος, προσταγή και έθιμο προς το γιο. Το απόγευμα λοιπόν της μεγάλης γιορτής, μόλις σουρούπωσε και τα χρώματα του ουρανού στο Ξηρόμερο είχαν πάρει τη θέση τους, ο Νώντας έδιωξε τη Θεοδώρα για να ετοιμαστεί και να τακτοποιήσει αυτά που τη περίμεναν. Μόλις θα τελείωνε τα μαζέματα θα την ακολουθούσε στο σπίτι. Τον υπάκουσε πιστεύοντας τα λόγια του. Ήταν ζήτημα χρόνου να φανεί στη είσοδο του χωριού σέρνοντας ξοπίσω της το κουρασμένο άλογο. Δεν άντεχε άλλο το έρμο, μόλις μπήκε στο στάβλο ακούμπησε να ξαπλώσει, να ξαποστάσει. Το νερό είχε μπει καθαρό στην ποτίστρα του ενώ το σανό ήταν κι αυτό απλωμένο πριν καλά- καλά μπει στον αχυρώνα. Μα δεν είχε άλλο κουράγιο. Ούτε καν να δροσιστεί. Αφού τακτοποίησε και τα υπόλοιπα ζωντανά, έκλεισε το λουκέτο και κοίταξε τον ουρανό. Προσευχήθηκε και ευχαρίστησε τον Θεό που της έδωσε ακόμη μια μέρα τη δύναμη να τελειώσει. Θα έκαμε κι αυτή αργότερα τη πάστρα της μέχρι να γυρίσει ο Νώντας. Εκτός από όλα τα άλλα, ήταν και πρακτική μαμή η Θεοδώρα. Είχε μάθει τη δουλειά από ένα περαστικό γιατρό από τα μέρη. Όπου έβρισκαν γυναίκα που το έλεγε η καρδούλα της να μπορεί να κουμαντάρει και τις δύσκολες γέννες, της τα μάθαιναν. Πού να πήγαινε τότε κάποια ετοιμόγεννη στη μεγάλη πόλη. Ούτε η ίδια μα ούτε τα άλογα δεν ήταν σίγουρο ότι θα άντεχαν ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι. Όποια ετοιμόγεννη γεννούσε και τη φώναζαν, ήταν έτοιμη να προσφέρει. Αν η γέννα ήταν δύσκολη, το παιδί θα χανόταν, γι αυτό το λόγο κάθε οικογένεια είχε από τρία κουτσούβελα το λιγότερο να γυροφέρνουν στα πόδια τους σα μελίσσια. Και τα χωράφια ήθελαν χέρια, μόλις πήγαιναν στο σχολαρχείο, ήταν έτοιμα να δουλέψουν τα καλοκαίρια στα τσεμπέλια. Δεν τη φόβιζε λοιπόν τη Θεοδώρα η κούραση, δεν σκιαζόταν για το μεγάλωμα των παιδιών ούτε για τα καπνά πώς θα μεγαλώσουν είχε την έννοια. Είχε μόνο την σκοτούρα εκείνο το απόγευμα για την ετοιμόγεννη του χωριού που δεν ήταν άλλη από τη πρεσβυτέρα που μετρούσε ώρες. Και για κάθε ετοιμόγεννη που εξαρτιόταν από την ίδια, ο πόνος, η φροντίδα, όλα περνούσαν από την ίδια, μεγάλο φορτίο στη ψυχή της. Τα είχε μάθει όλα από τα παιδικά της χρόνια, είχε συνηθίσει αυτή τη ζωή από το πατρικό της, είχαν πάρει όλα το δρόμο τους χωρίς να κρατά το τιμόνι. Ακόμη και για το γάμο της, άλλοι κρατούσαν το τιμόνι. Μέσα στα τσεμπέλια ήπιε το πρώτο της γάλα από το στήθος της μάνας της, εκεί τη κουβαλούσε η μάνα της φασκιωμένη, ημερών ακόμη, μη έχοντας πού να την αφήσει. Μεγάλωσε στα χωράφια κάνοντας συντροφιά τα πουρνάρια στους μεσημεριανούς ύπνους. Δύσκολα χρόνια μα δεν τα σκιάχτηκε. Ήξερε τη μοίρα της όπως και τόσες άλλες συγχωριανές της. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Ο Νώντας αποκαμωμένος, έμεινε πίσω, ήθελε να χαρεί τη γη του οργωμένη και δουλεμένη για περισσότερη ώρα. Σήκωσε τα μάτια και τα χέρια του στον ουρανό χαζεύοντας δυο αετούς που τον διέσχιζαν εκείνη τη στιγμή. Τραβούσαν προς το βουνό μήπως βρουν τροφή να ξεγελάσουν τη πείνα τους. Η γη ήταν έτοιμη να σπαρθεί. Δεν τον ένοιαζε αν δεν φορούσε τα καλά του, μπορούσε να καθυστερήσει ακόμη λίγο. Ο Άγιος δεν έκανε διαχωρισμούς, οι γυναίκες έκαμαν. Ήθελαν να καμαρώνουν δίπλα στους άντρες τους στο πανηγύρι, αυτός και να μην ετοιμαστεί.... Έτσι κι αλλιώς με την εκκλησία δεν τα πήγαινε και πολύ καλά, δεν χολασκούσε κιόλας αν δεν προλάβαινε. Ο Εσπερινός έκαμε μια ώρα να αρχίσει και θα προλάβαινε. Ήθελε να μελετήσει τον καιρό, πότε θα ερχόταν οι βροχές, πότε θα έβλεπε 8 το σπόρο να τρυπά τη γη και να ζωντανεύει. Να μείνει μόνος, να αγναντέψει τον ατέλειωτο ουρανό και τα χρώματα του, να σκεφθεί, να βάλει στη σειρά αυτά που δεν μπορούσε όταν υπήρχαν κι άλλοι μπροστά και τον ζάλιζαν με τη φλυαρία τους. Λαχταρούσε να απλώσει το σώμα του στο χώμα που τον γέννησε και να κάνει ένα τσιγάρο να απολαύσει τους κόπους του. Είχε κρατήσει λίγο καπνό από τα περυσινό και χαρτί για ώρες ανάγκης στις χιλιομπαλωμένες τσέπες του. Το είχε ανάγκη εκείνη τη στιγμή του ηλιοβασιλέματος. Πήρε το χαρτί, το σάλιωσε και πήρε στη χούφτα του λίγο τσεμπέλι. Το μύρισε και ετοιμαζόταν να το καπνίσει πριν ξεκινήσει για το σπίτι. Όλες οι μυρωδιές είχαν περάσει από τις ίνες των μπαλωμένων ρούχων του. Το παντελόνι του μύριζε καπνό, χώμα και το πουκάμισο ιδρώτα, μαύρο ταλαιπωρημένο ιδρώτα. Στη περιοχή αυτή, λέγανε τότε οι γραμματιζούμενοι και οι παρατρεχάμενοι των εμπόρων που γνωρίζανε τα του καπνού για να τους πείσουν να βάλουν τα τσεμπέλια στη γη τους, η φύση κατέβαλε τις καλύτερες προσπάθειες για να ευδοκιμήσει στα ορεινά και ημιορεινά εδάφη της μόνο αυτή η ποικιλία του καπνού. Και δεν είχαν άδικο. Η γλυκιά γεύση του, το έντονο άρωμα, έδιναν στον Νώντα μια διαφορετική γλύκα στον ουρανίσκο κι όταν ακόμη έπρεπε να ανακατέψει το χαρμάνι του με άλλα καπνά, ακόμη και τότε δεν έχανε την δύναμη του. Μα ο Νώντας δεν έκαμε μείγμα, ούτε και οι άλλοι συντοπίτες του. Ήθελαν το δικό τους καπνό, το δικό τους κόπο. Ίσως τους έμενε λίγο μα προτιμούσαν να μη το νοθέψουν. Καθόταν ώρες κάτω από τα πουρνάρια και πρόσεχε τις λεπτές νευρώσεις του και γευόταν το πιπεράτο άρωμά του. «Σ’ αυτά τα χώματα μόνο αυτή η ποικιλία γεμίζει τις τσέπες του φτωχού σαν εμένα. Εμείς που παράγουμε τον καπνό, οι άνθρωποι του πικρού μόχθου, δεν παύουμε να λατρεύουμε το μέρος που γεννηθήκαμε. Άσε τους εμπόρους να ζουν πλουσιοπάροχα στις πλάτες μας. Να μας αγοράζουν τζάμπα τους κόπους σαν να τους χρωστάμε, αυτοί μας χρωστούνε." Έτοιμος ήταν να τα «βάλει» με τον εαυτό του μα συγκρατήθηκε. Ήταν μέρα γιορτής σήμερα και δεν θα ήταν πρέπον να θυμώσει με τον Άγιο. Πρώτα η υγειά τους και μετά η σοδειά που θα ζούσαν όλο το χρόνο. Αυτά έπρεπε να τον νοιάζουν. Πρώτα η υγειά τους. Δεν έπρεπε να ανοίξει κακές παρτίδες με τα Άγια, ήταν καλά η φαμίλια του κι αυτό είχε σημασία. Σηκώθηκε, έριξε μια τελευταία ματιά στην οργωμένη γη, είδε αν ήταν όλα στη θέση τους, έβγαλε το μαντίλι να σκουπιστεί, έβαλε το σακάκι στον ώμο και ξεκίνησε για το σπίτι. Κάποια στιγμή κοντοστάθηκε και αγνάντεψε πάλι τη γη. "Μέχρι πότε θα αγωνιζόμαστε για τούτη τη γη, για τούτα τα χώματα, μέχρι πότε τα τσεμπέλια θα μας ανασταίνουν, μέχρι πότες αυτή η ποικιλία θα χορταίνει τη γη, μέχρι πότε θα ζούμε τη φαμίλια μας έτσι οι Ξηρομερίτες. Καπνά και αμπέλια, βοσκοτόπια και πουρνάρια, αγριαχλαδιές και βελανίδια. Άντε και ελάχιστες αριές για τα πολύ χρειαζούμενα. Θαρρείς, κάποιος το όρισε για να ζήσει φτώχια τούτο το μέρος. Κάποιος μας τιμώρησε," έλεγε και ξαναέλεγε. Ο σπόρος για τον καπνό στα περισσότερα χωράφια περίμενε να μπει στη μάνα- γη για να βγάλει σιγά-σιγά τα πρώτα φύλλα. Την ημέρα του Αι-Γιώργη έκαμαν τα τελευταία οργώματα, ευλογημένη ημέρα. Έπρεπε να ξεκουραστεί η γης, είχε την ανάγκη της βροχής για να μοσχοβολήσει ο τόπος, να μαλακώσει και να δεχθεί το σπόρο. Είδε τις ατέλειωτες εκτάσεις και θυμήθηκε τα λόγια του παππούλη του, σαν παραμύθια του τα αφηγούνταν τις νύχτες κάτω από το φεγγάρι, μετά τον κάματο, όταν ήταν μικρό παιδί. Στην ίδια γη, έφυγε χρόνους τώρα και τον αποθύμησε. Οι συμβουλές του είχαν μείνει για πάντα σφραγίδα στο νου του. 9 " Γύρω στο 1830 το χωριό μας είχε 250 στρέμματα αμπέλια, ενώ το υπόλοιπο Ξηρόμερο είχε όλο μαζί 200 στρέμματα." Τούτα τα λόγια, τα ίδια τα έλεγαν συνέχεια. Στα εγγόνια και τα δισέγγονα ακουγόταν πάντα τα καλύτερα για το κρασί της Μπαμπίνης με λίγες παραλλαγές ανάλογα με την εποχή. Νόμιζε ο Νώντας ότι τα άκουγε για χιλιοστή φορά μα......"Το κρασί της ήταν περίφημο και ξακουστό, από την εποχή που πάτησαν οι άπιστοι τη γη μας. Το στέλναμε έξω, στην Ευρώπη. Μα και τότε δεν είχανε λεφτά οι πατεράδες μας. Τους τα έτρωγαν οι εμπόροι. Εμείς, γράμματα δεν ξέραμε να κάνουμε λογαριασμούς. Έξω το εκτιμούσαν περισσότερο μα δεν ξέραμε πώς να πάρουμε τα λεφτά που αξίζανε. Όταν ήμουν νεαρό παιδί, αμούστακο ακόμη, το κρασί που διώχνανε οι πατεράδες μας έφταναν τις 800 βαρέλες το χρόνο, περίπου 40.000 οκάδες. Ένας ξένος γραμματιζούμενος που πέρασε από το χωριό μας, έγραψε στο τεφτέρι του ότι τα αμπέλια της Μπαμπίνης έδιναν 500 βαρέλια των 50 οκάδων κρασί το χρόνο. Μα και τότε οι εμπόροι μας γελούσαν, γράμματα δεν ήξεραν οι δικοί μας. Στην περιοχή γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά δέντρα, συκιές που κάνουν άσπρα και μαύρα σύκα, αχλαδιές, βελανιδιές, άγρια δέντρα, απομεινάρια του πυκνού δάσους. Πάνω στις αχλαδιές, τις κυδωνιές, τις συκιές σκαρφάλωναν μεγάλες κληματαριές που έκαμαν μαύρα και κίτρινα σταφύλια. Ακόμη και το βελανίδι, να ήξερες τι χρήματα έφερνε στο χωριό. Το δικό μας τεμάχιο που τα μαζεύαμε ήταν στη Γουριώτισσα. Μέσα στο βελανιδόδασος βρίσκονταν έντεκαν οικισμοί, το Αγράμπελο, η Γουριώτισσα, η Μάνινα Βλυζιανών, ο Μαχαιράς, η Μπαμπίνη, ηνΠαλαιομάνινα, ο Πρόδρομος, η Ρίγανη, η Σκουρτού, το Στρογγυλοβούνι και η Χρυσοβίτσα. Εκτός όμως από αυτούς τους οικισμούς απλώνονταν πολλοί περισσότεροι σε όλη τη περιοχή. Μόλις άρχιζε το καλοκαίρι, τα δέντρα και τα φυτά μεγάλωναν κάτω από τις πρώτες καυτές ηλιαχτίδες. Ο αέρας ήταν γεμάτος από το θρόισμα των φύλλων, το κελάηδισμα των πουλιών και το βουητό των εντόμων. Ακόμη και ο ήχος των κουδουνιών που έχουν στο λαιμό τους τα πρόβατα και τα κατσίκια που έβοσκαν στα χορταριασμένα βοσκοτόπια ανάμεσα στα δέντρα ακούγονταν μαγικά στον αέρα της περιοχής. Στην αραιή σκιά των βελανιδιών ξαπόσταινες καθώς ήσουνα μικρός ανάμεσα στα λουλούδια και τα χόρτα που μεγάλωναν σ’ ένα λεπτό στρώμα γόνιμης γης. Τα δέντρα μάλιστα έμοιαζαν γερά αγκυροβολημένα στους βράχους και τα κλαδιά τους με τα ανθεκτικά και χνουδωτά φύλλα έγερναν στη γη και σε προσκαλούσαν να ξαποστάσεις στη σκιερή συντροφιά τους. Εκεί, σου έλεγα ιστορίες και παραμύθια, στις βελανιδιές, που στις κορυφές τους, όπως λέγανε οι μύθοι, ζούσαν οι Αμαδρυάδες, οι κόρες του Δία. Όταν ο άνεμος φυσούσε μέσα απ’ τα φύλλα τους, στο θρόισμα τους μπορούσε κάποιος να ακούσει το τραγούδι των νυμφών που έστελναν την ευλογία τους στη γη που απλωνόταν στα πόδια τους. Όταν τα ατσάλινα πριόνια άρχιζαν να δουλεύουν για να κόψουν ένα τέτοιο δέντρο, θαρρείς μια κραυγή πόνου ακουγόταν από την κορφή του και το δέντρο έπεφτε σιγοκλαίγοντας κι αναστενάζοντας. Με κάθε δέντρο που πέθαινε, πέθαινε και μια νύμφη και η ψυχή της απ’ τον πόνο γινόταν πέτρα. Γι' αυτό έχουμε αρκετές πέτρες σ’ αυτόν τον τόπο! Οι Ξηρομερίτες πάντα αγαπούσαν το δάσος και ήξεραν κάθε δρομάκι, κάθε μονοπάτι και κάθε δέντρο. Τα ζούσαν και οι ερχόμενες γενιές αφού κάθε παππούς τα έλεγε στα εγγόνια του για να συνεχίσουν την αγάπη. Να μην έρθει κάποιος γραμματιζούμενος και τα πονέσει όλα τούτα κόβοντάς τα. «Να τα μάθουν και τα παιδιά σας, να τα αγαπήσουν γιατί από αυτά ζούμε."
10 Προχωρούσαμε πάντα προσεκτικά στην πυκνόφυτη κα βραχώδη περιοχή, προσέχοντας πάντα μήπως συναντήσουμε φίδια και γαϊδουράγκαθα. Πηγαίναμε βόλτες εκεί που τον Μάρτιο άνθιζαν κατακόκκινες οι παιωνίες, λουλούδια που μόνο κάτω από αυτές τις βελανιδιές φύτρωναν. Μυρίζαμε το έντονο άρωμα της ρίγανης που ωρίμαζε σιγά- σιγά μέχρι να μπορέσουν να την μαζέψουν οι γονιοί μας τον Ιούλιο. Κοίταξε τα καπνοχώραφα που δεν έχουν πολλή ζωή ακόμη. Το καλοκαίρι θα είναι και πάλι πολύ ζεστό και ξηρό. Θα καούμε πάλι στο χωράφια. Τον χειμώνα πάλι θα μας μαστιγώνουν τη γη οι καταρρακτώδεις βροχές . "Ζωή κι αυτή, τι τα σκέφτομαι, τη μοίρα μας τη ξέρω, τα παιδιά όμως τι φταίγουν;." Έκανε να κινήσει, να φύγει ακόμη μια φορά μα τα παπούτσια είχανε κολλήσει στη γη. Δεν το αποφάσιζε. Τα σκούρα χρώματα στον ουρανό είχανε πληθύνει, προχωρημένη η ώρα σκέφτηκε. Παρά τη κούραση της ημέρας, το πλατύ χαμόγελο δεν έλειπε από το πρόσωπό του. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του δεν έκρυβαν λύπη, κανένας δεν διέκρινε κατσουφιά και μιζέρια στο πρόσωπο
του Νώντα όσο δύσκολη κι αν του φερόταν η γη. Όσο κι αν από τα χαράματα μέχρι τα μεσάνυχτα υπήρχε ένας συνεχόμενος αγώνας για όλη η οικογένεια. Φτώχια κι αγώνας, προσμονή και υπερηφάνεια μόλις ο σπόρος έδωνε καρπούς και χρήματα για τον υπόλοιπο χρόνο. Πολλά στόματα, πολλά παιδιά, γιαγιάδες, όλοι από την ίδια τσέπη περίμεναν, όσα στόματα τόσος κόπος. Μα φιλοσοφώντας "έχει ο Θεός", όλα ξεχνιόνταν. Η μοναδική του
ξεκούραση βρισκόταν στο καφενείο του Φίλιππου.
 Εκεί έπαιζαν, γελούσαν, συζητούσαν για τους σπόρους. Εκεί ακόμη κλεινόταν οι δουλειές με τους καπνεμπόρους. Είχε γίνει το δεύτερο σπίτι τους, μέχρι που τους έβρισκε η προχωρημένη ώρα. Ήταν διαφορετική όμως εκείνη η μέρα. Έπρεπε να ετοιμαστούν όλοι μαζί για το πανηγύρι. Μέχρι να ανεβούν στο λόφο θα αργούσαν στον εσπερινό, ίσως και δεν θα προλάβαιναν κιόλας και θα έφταναν μόλις άρχιζε το μεγάλο φαγοπότι. Αυτό δεν το ευχόταν μα, ούτε το σκεφτόταν στον χειρότερο εφιάλτη της η Θεοδώρα. Υπερήφανος κόσμος και μια τέτοια προσβολή δεν θα τη δεχόταν. Να φτάσουν στο φαγητό και το κρασί; Ντροπή για τον Άγιο. Αγωνιούσε η Θεοδώρα και οι σκέψεις της γλιστρούσαν στο στόμα ακούγοντας την τα παιδιά και η πεθερά της ……. Στην άλλη άκρη του χωριού, ο Νώντας καθόταν ορθός, ακουμπισμένος στη πλάτη της καρέκλας να κουβεντιάσει λίγο για τη σπορά και τα καπνά στο καφενείο. Παρά τα παρακάλια των συγχωριανών να του κεράσουν μια γκαζόζα, ήταν αρνητικός. Καθυστέρησε πολύ και δεν θα του το συγχωρούσε η Θεοδώρα μα ούτε τα πιτσιρίκια του. Μα δεν κουνούσε κιόλας από εκεί, σαν να τον είχαν μαγνητίσει οι συμπατριώτες. Τους πρόσεχε στα λόγια τους που έκρυβαν πάντα ένα ίχνος σκληρής ειρωνείας για τους άλλους. Δεν αστειευόταν οι Ξηρομερίτες εύκολα, έτσι τους είχε φτιάξει η ζωή. Το βλέμμα τους βαθύ και διαπεραστικό κατακεραύνωναν όποιον σκεφτόταν να τους πάει κόντρα στη σκέψη τους. Σκληρά τα πρόσωπα τους, αξύριστα και αυλακωμένα. Το χώμα είχε ένα με το δέρμα ενώ οι στερήσεις, οι ψυχικοί πόνοι και οι κόποι κάτω από τα ανεμόδαρτα λιοπύρια καθρεπτιζόταν στη ψυχή τους. Τους πρόσεχε σαν να ήταν πρώτη φορά που τους αντάμωνε, σαν να ήταν πρώτη φορά που κουβέντιαζε μαζί τους. Έβλεπε τα σφιχτά, ενωμένα και αγέλαστα χείλη τους, σαν να φοβόταν μη τους βγει καμιά παράταιρη λέξη με ένα πείσμα ολοφάνερο. Η μύτη τους γαμψή που γέρνει γεμάτη θέληση ενώ παρατηρούσε τη κορμοστασιά τους που από τη μια πλευρά τραβά παλικαρίσια και λεβέντικα ενώ από την άλλη 11 έγερνε προς τη γη, όπως έκλινε και το αλέτρι. Χάθηκε σε ένα κόσμο που δεν τον όριζε, έβλεπετον εαυτό του και στους υπόλοιπους συγχωριανούς. Ακόμη και τα δικά τους τα ρούχαχιλιομπαλωμένα ήταν και λερωμένα όπως τα δικά του, από την αναλαγιά. "Άρα κανείς δεν είναι πλουσιότερος από μένα μα ούτε και φτωχότερος. Όλοι είμαστε ίσοι, άλλος πέντε στρέμματα παραπάνω, δέκα παρακάτω, άρα γιατί να στενοχωριόμαστε. Γλυκιά είναι η ζωή,παρά τους κόπους της κυλά γρήγορα." Ξαφνικά είδε ότι ο ήλιος είχε ξαπλώσει πάνω από τα Ακαρνανικά βουνά και το φεγγαρόφωτο έπεφτε κατακόρυφα στο πρόσωπό του. Χαιρέτησε γρήγορα και αναχώρησε για το σπίτι. Ευτυχώς δεν ήταν πολύ μακριά. Τι θα έλεγε στα παιδιά του; Ποια δικαιολογία θα έβρισκε να πει στη γυναίκα του; Πίστεψε μια στιγμή ότι η μάνα του θα ησύχαζε τη γκρίνια και τα παράπονα, μα θα είχαν δίκιο όλοι τους. Περίμεναν τούτη τη γιορτινή μέρα όλοι τους. Δεν θα καθυστερούσε, θα ντυνόταν μόνο και θα έριχνε δροσερό νερό στο πρόσωπο. Ήταν έτοιμοι. Ο λόφος τους περίμενε, το μοναστήρι είχε τελειώσει τον εσπερινό και το πανηγύρι θα άρχιζε σε λίγο. Όμορφη η νύκτα, γλυκιά. Ο παπά-Δημήτρης μόλις είχε βγάλει το πετραχήλι από το λαιμό του μα ο νους του ήταν στη πρεσβυτέρα. Την είχαν πιάσει οι κοιλόπονοι από νωρίς το πρωί μα έμειναν κοντά της τα δυο μεγαλύτερα παιδιά. Δέκα χρόνια λειτουργούσε στη περιοχή . Ήταν ένα από τα πέντε παιδιά του Χρήστου και της Καλλιόπης Νικήτα από τα Βλυζιανά. Διακρινόταν από μικρός για το ήθος, το χαρακτήρα, τη πίστη του στο Θεό και την αγάπη του για τα γράμματα. Είχε τελειώσει το σχολαρχείο της εποχής. Μέσα του είχε ανάψει η φλόγα να υπηρετήσει τον Θεό και να τον ακολουθήσει στον Γολγοθά του. Οδηγήθηκε στην εκκλησία για να συνεχίσει το έργο των προγόνων του αφού πρώτα παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή, το γένος Ζαχαρία Κώτσου από τη Κατούνα. Με την απέραντη καλοσύνη του κι αγάπη, την απλότητα, τη λιτή ζωή, τη ταπείνωση μακριά από οποιαδήποτε προβολή κι επίδειξη ήταν καλός σύμβουλος για τους συγχωριανούς του. Φρόντιζε να μικραίνει τις αντιθέσεις που είχαν αναμεταξύ τους και δημιουργούσε ωραίες σχέσεις βασισμένες στη κατανόηση και τη συνεργασία. Είχε χειροτονηθεί από το 1906, πρώτα στον Άγιο Ιωάννη Νιοχωρίου και μετά στη Μπαμπίνη Εκείνη την ημέρα ήθελε να μείνει δίπλα της μα για αυτόν ο Άγιος είχε την ανάγκη του, ο κόσμος χρειαζόταν τις ευχές του. Ήταν χρέος του να λειτουργήσει, είχε τρία στόματα να θρέψει και σε λίγες ώρες τέσσερα. Δεν αμειβόταν με μισθό, περίμενε από τον κόσμο το κατιτί για να θρέψει την οικογένεια καθώς και από τα λιγοστά ξεροχώραφα που του είχε αφήσει ο πάππος του. Το μεγάλωμα των παιδιών και η φτώχια ήταν αντάμα με το λειτούργημα. Και τα παιδιά, ευλογία από τον Θεό, είναι χαρά τα παιδιά γι’ αυτό σε λίγο θα είχε τρία και είχε σκοπό να συνεχίσει. «Όσο ήτανε γεροί,» σκεφτόταν, «όσο ο Μεγαλοδύναμος θα του χάριζε γερό σπόρο τόσο θα γεννοβόλαγε η παπαδιά.» Και θα τα σπούδαζε, όσα παιδιά, κι αν έκαμε, όλα θα τα έφτανε ψηλά γιατί αγαπούσε τα γράμματα. Η πρεσβυτέρα Μαγδαληνή ήταν σκληρό σκαρί, από το πρωί είχαν περάσει όλες οι δουλειές από τα χέρια της και το μωρό βιαζόταν, ήταν βαρύ όπως καταλάβαινε, με μεγάλο κεφάλι, το χνούδι στο κεφαλάκι του μωρού το αισθανόταν από τους πρώτους μήνες της ζωής του μέσα της. Είχαν αρχίσει από ώρα τα ζόρια μα δεν το έδειχνε. Δεν ήθελε να πέσει από νωρίς στο 12 κρεβάτι. Άρχισαν τα σπρωξίματα, τα πανιά ήταν έτοιμα, τα πρώτα φασκιά πεντακάθαρα και σιδερωμένα με το κάρβουνο. Το νερό έβραζε στα καζάνια από ώρα, να προλάβουν. Το πανηγύρι ακουγόταν σε όλο το χωριό. Τα κλαρίνα συνέχιζαν τον σκοπό τους και η ησυχία στο χωριό σκόρπιζε τους ήχους σε όλη τη περιοχή. Είχαν αρχίσει τα όργανα το σκοπό τους και η βραστή γίδα με το άφθονο κρασί είχαν μοιραστεί στους πιστούς που είχαν ανέβει στον λόφο για χάρη του. Πνιγόταν οι φωνές τους από τον σαματά. Τα παιδιά τριγύριζαν ανάμεσα στα πουρνάρια και τις βελανιδιές ξεχνώντας τις προτροπές των μανάδων τους να μη λερώσουν τα γιορτινά. Από τη παρέα έλειπαν τα μεγάλα παιδιά του παπά, ο Χρίστος και ο Νίκος. Ήθελαν να βρίσκονται εκεί, στο παιχνίδι μα τους συμβούλεψε ο παπάς να μείνουν δίπλα στη μάνα τους που μετρούσε ώρες για τη γέννα. Υπάκουσαν, δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Καρτερούσαν την ώρα που θα γένναγε η πρεσβυτέρα.. Το χρέος του είχε τελειώσει. Τώρα έμενε για το χατίρι των χωριανών και όχι του Αγίου. Να πάρει σε κανένα κατσαρόλι γίδα βραστή και ζυμωτό ψωμί για τα παιδιά που μείνανε ξοπίσω. Όλο το χωριό αργότερα θα περνούσε από το κατώφλι τους μετά το πανηγύρι.Μετά από δυο ώρες ο μικρός Γιώργος Παπάς είδε το φως της Ζωής. Οι Μοίρες ήδη είχαν γράψει το μέλλον του. Θα περνούσε δια πυρός και σιδήρου.


Απόσπασμα από το βιβλίο.Ο Ασυμβίβαστος 

 Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη 


Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

.....................................................................................................................